Dec
18

gkolf

 

ΓΚΟΛΦΩ FOR EVER Μια ειδυλλιακή παρωδία του βουνού και της στάνης
Πολυχώρος Πολιτισμού ARTίκι “Μαράικε Ηλιού Ντε Κόνινγκ”, Κρανίδι Ερμιονίδας

ΠΡΕΜΙΕΡΑ Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016
Τιμή Εισόδου: 7 ευρώ
Κρατήσεις στο: 698 698 22 24

 

 

ΓΚΟΛΦΩ

Βουκολικό δράμα του Σπυρίδωνος Περεσιάδου, ένα από τα εμβληματικά έργα του νεοελληνικού θεάτρου και αρχέτυπο του εγχώριου μελοδραματισμού. Αναφέρεται σ' ένα προδομένο έρωτα με τραγική κατάληξη, που εκτυλίσσεται σ' ένα ορεινό ελληνικό χωριό του 19ου αιώνα.

Η φτωχή και ορφανή Γκόλφω, μια όμορφη νεαρή βοσκοπούλα που ξενοδουλεύει υπηρετώντας τον τσέλιγκα Ζήση, γνωρίζει τον έρωτα στα μάτια ενός παλικαριού της περιοχής, του βοσκού Τάσου. Κι ενώ την πολιορκεί το αρχοντόπουλο της περιοχής, ο Κίτσος, εκείνη αρνείται τις προτάσεις του και παραμένει πιστή στους όρκους αγάπης που έχει ανταλλάξει με τον Τάσο. Οι δύο νέοι αρραβωνιάζονται και ετοιμάζονται να παντρευτούν, όταν ο Τάσος δέχεται πιεστικά προξενιά για την εξαδέλφη του Κίτσου και κόρη του τσέλιγκα, Σταυρούλα. Παρά την αρχική του άρνηση, ο Τάσος τελικά δελεάζεται από τη μεγάλη προίκα της Σταυρούλας και διώχνει την Γκόλφω. Η νεαρή κοπέλα απελπίζεται, χάνει τα λογικά της και καταριέται τον Τάσο. Λίγο πριν από τον γάμο τους, η παραλογισμένη πια Γκόλφω σηκώνει την κατάρα και τους εύχεται κάθε ευτυχία. Ο Τάσος κλονίζεται από το μεγαλείο του έρωτά της, αλλάζει γνώμη και τρέχει στο κατόπι της, είναι όμως αργά. Η Γκόλφω έχει φαρμακωθεί και ξεψυχά στα χέρια του. Ο Τάσος αυτοκτονεί στο πλευρό της.

Το έργο, “δράμα ειδυλλιακόν” το χαρακτηρίζει ο συγγραφέας του, ολοκληρώθηκε στις 23 Αυγούστου 1893 από τον σχεδόν τυφλό Σπυρίδωνα Περεσιάδη (1854 -1918) και παρουσιάσθηκε λίγες ημέρες αργότερα σε πανελλήνια πρώτη από ερασιτεχνικό θίασο στην Ακράτα, υπό την επίβλεψη του συγγραφέα, που είχε ξεκινήσει την επαγγελματική του καριέρα ως δημόσιος υπάλληλος.

Η Γκόλφω γνώρισε μεγάλη επιτυχία και στο εξωτερικό, σε πόλεις με έντονο ελληνικό στοιχείο, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, η Οδησσός και το Παρίσι.
Το καλοκαίρι του 1967 η Γκόλφω επανήλθε στο προσκήνιο, μέσα από την παράσταση του Λαϊκού Θεάτρου του Μάνου Κατράκη στο Πεδίο του Άρεως.
Η Γκόλφω μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο δύο φορές: Tο 1914 από τον σμυρνιό σκηνοθέτη και παραγωγό Κώστα Μπαχατώρη, με την Ολυμπία Δαμάσκου και τον Ζάχο Θάνο στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Στις 28 Μαρτίου 1955 η Γκόλφω εμφανίστηκε για δεύτερη φορά στη μεγάλη οθόνη, σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου, με την Αντιγόνη Βαλάκου και τον Νίκο Καζή στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Η Γκόλφω έχει την τιμητική της και στην κορυφαία ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου Ο Θίασος (1975). Συμβάλλει στην εξέλιξη του μύθου, καθώς παρουσιάζεται από ένα θεατρικό μπουλούκι.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ
Το κλασικό θεατρικό έργο του Σπυρίδωνα Περεσιάδη “Γκόλφω”, είναι για την πατρίδα μας ένα κείμενο αναφοράς, εμβληματικό, αρχετυπικό του “μελοδραμματισμού” και εν πολλοίς θρυλικό, αφού είναι συνδεδεμένο με τη ζωή στην ύπαιθρο του 19ου αιώνα, στο νεοσύστατο κράτος μας.

Είναι επίσης ένα θεατρικό έργο αγαπητό στην πατρίδα μας και πολυπαιγμένο, από τη χρονιά που γράφτηκε, μέχρι σήμερα.

Με βάση αυτό το κλασικό έργο του Σπυρίδωνα Περεσιάδη “Γκόλφω”, που γράφτηκε το 1893, ένας θίασος (κάπου στο Κρανίδι) αποφασίζει να ανεβάσει μια άλλη Γκόλφω, με φόντο ένα χωριό στην Ελλάδα του σήμερα.

Το να παρωδήσεις ένα θρυλικό έργο δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά μια μεγάλη πρόκληση. Τολμήσαμε όμως, γιατί στη σκηνή του θεάτρου μας στο ARTίκι, μας έκλεισε μια μέρα η Γκόλφω ραντεβού και μας πέταξε το γάντι. Κι εμείς όπως πάντα, το σηκώσαμε!

Ποια είναι η Γκόλφω όμως;

Είναι η ίδια η Ελλάδα μας, με τη χαμένη της ταυτότητα.

Η πολυαγαπημένη και πολυπόθητη όλων.
Η ευκολόπιστη και μονίμως προδομένη.
Η ολοκληρωτικά δοσμένη και πολλαπλά απατημένη.
Η σαγηνευτική και διαχρονικά αλλόφρων.

Αυτή είναι η Γκόλφω που ανεβάζουμε.

Με αρκετή δόση τρέλας, αυθορμητισμού, αυτοσχεδιασμού, μουσικής και λοιπών θεατρικών τερτιπίων, ο Θεατρικός μας Όμιλος φιλοξενεί στη σκηνή (του βουνού και του λόγγου), τη Γκόλφω και τον Τάσο, με την παρέα τους, για να μας ξαναπούν απ’ την αρχή την ιστορία τους.

Έτσι, για να μαθαίνουν οι μικροί και να... ξεμαθαίνουν οι μεγάλοι.

Δημήτρης Ι. Σίδερης

Δεκέμβριος 2016